Πηγές και μεθοδολογία

Το ερευνητικό πρόγραμμα βασίζεται σε χαρτογραφικές και ποσοτικές πηγές της κυπριακής ιστορίας από τον μεσαίωνα μέχρι τους νεότερους χρόνους. Τα ποσοτικά και χαρτογραφικά δεδομένα προέρχονται από τις εξής πηγές:

Η συγκριτική ανάλυση των πηγών αυτών είναι δύσκολη για τρεις λόγους: (α) τα δεδομένα διαφέρουν από πηγή σε πηγή και δεν είναι πάντοτε συμβατά· (β) υπάρχει μεγάλο χρονικό κενό μεταξύ του 16ου και του 19ου αιώνα· και (γ) οι πηγές αυτές αποτυπώνουν κάποια ιδιαίτερα στιγμιότυπα της κυπριακής οικονομίας που δεν αποτελούν μια κανονικότητα ή μια συνήθη κατάσταση. Λαμβάνοντας τις προκλήσεις αυτές υπόψη μας, αντιμετωπίζουμε τις πηγές αυτές ως δεδομένα υποκατάστασης (proxy data) που μας δίνουν τη δυνατότητα να εξετάσουμε μεγάλης κλίμακας τάσεις και μοτίβα.

Η οθωμανική φορολογική απογραφή του 1572

Η πρώτη χρονολογικά πηγή που αξιοποιεί το πρόγραμμα είναι η οθωμανική φορολογική απογραφή του 1572. Μεταγράφηκε και έτυχε μιας αρχικής γεωχωρικής ανάλυσης στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος Mediterranean Insularities, το οποίο εκπονήθηκε στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/ΙΤΕ και που χρηματοδοτήθηκε από τις δράσεις Marie Curie της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (κωδικός αναφοράς: 630030).

Η οθωμανική λεπτομερής φορολογική απογραφή του 1572 παρέχει ένα στιγμιότυπο του κυπριακού αγροτικού τοπίο την επαύριον της κατάκτησης. Ως εκ τούτου, υπάρχουν ελάχιστα καταγεγραμμένα οθωμανικά χαρακτηριστικά και τα δεδομένα αντανακλούν τις πρότερες ενετικές συνθήκες παρά τις μετέπειτα οθωμανικές. Από τα τοπωνύμια μέχρι την διοικητική διαίρεση, οι προοθωμανικές συνθήκες έμειναν ανέπαφες, όπως άλλωστε ήταν η πάγια οθωμανική πρακτική (Inalcik, 1954). Η πιο σημαντική πηγή ρήξης ήταν ο πόλεμος και οι συνέπειές του για τον πληθυσμό, τις υποδομές και την οικονομία.

Η συγκεκριμένη πηγή ανήκει στην κατηγορία οθωμανικών καταστίχων των ταχριριών (tahrir). Τα κατάστιχα αυτά μελετώνται συστηματικά ως πηγές της οικονομικής ιστορίας από την δεκαετία του 1930 και 1940 (Faroqhi, 1999: 97–101; Antov, 2017: 10–11) και είναι αντικείμενο μακρών και δημιουργικών συζητήσεων σε σχέση με την χρήση, την ερμηνεία και την αξιοπιστία τους (Singer, 1994: 17–19; Lafi, 2018). Όπως όλα τα ποσοτικά δεδομένα φορολογικού χαρακτήρα (σύγχρονα ή μη), η οθωμανική τεκμηρίωση έχει περιορισμούς και δεν αντικατοπτρίζει πλήρως την οικονομία. Η αξιοποίησή τους απαιτεί σοβαρή ενασχόληση με τις προκλήσεις που έχει η αξιολόγηση της ποιότητας των δεδομένων.

Οι απογραφές αυτές γίνονταν αμέσως μετά την κατάκτηση ή την ενσωμάτωση μιας περιοχής και επικαιροποιούνταν περιοδικά, αν και χωρίς κάποια συστηματικότητα. Οι απογραφείς υπολόγιζαν την μέση αξία της αγροτικής παραγωγής για μια περίοδο τριών χρόνων. Έτσι, η απογραφή δεν καταγράφει την ακριβή παραγωγή για ένα συγκεκριμένο έτος και τα δεδομένα αποτελούν μια κατά προσέγγιση ένδειξη κατά τη διάρκεια μιας σύντομης περιόδου. Αυτό γινόταν επειδή μια ετήσια σοδειά θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά χαμηλή ή ψηλή χωρίς να είναι αντιπροσωπευτικήν. Με αυτή την έννοια, η «ανακρίβεια» αυτή στην καταγραφή αποτελεί ένα πλεονέκτημα για τους σημερινούς οικονομικούς ιστορικούς (Cosgel, 2011: 89).

Ενώ οι απογραφές αυτές παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες σε σχέση με την δημογραφία, την φορολογήσιμη παραγωγή, την οικονομία, την τοπωνυμία ή την ονοματολογία, η αξιοπιστία των δεδομένων μπορεί να έχει μεγάλες διαφοροποιήσεις. Οι πληροφορίες που καταγράφονται αντανακλούν τα ερωτήματα και προτεραιότητες της οθωμανικής γραφειοκρατίας. Για παράδειγμα, οι άντρες επικεφαλής νοικοκυριών (hane) αποτελούσαν την μεγαλύτερη κατηγορία φορολογουμένων. Ως κατηγορία, τα νοικοκυριά μπορεί να διαφοροποιούνταν στον χώρο και τον χρόνο. Έτσι, ένα νοικοκυριό δεν σημαίνει ότι ταυτίζεται με μια οικογένεια, αφού αποτελούσε μια φορολογική, και άρα παραγωγική, μονάδα και όχι απαραίτητα πληθυσμιακή.

Πίνακας 1. Η εγγραφή του χωριού Επιχό στην υποπεριφέρεια της Λευκωσίας (Kıbrıs Tahrir Defterleri, 2013: 465)
Κατηγορία Τύπος δεδομένων Μονάδα Αξία
Υποπεριφέρεια Τοπωνύμιο Λευκωσία
Τύπος οικισμού Χωριό
Όνομα οικισμού Τοπωνύμιο Επιχό (Epiho)
Νοικοκυριά Ποσότητα 30
Εργένηδες Ποσότητα 2
Φόρος σπέντζας Χρηματική αξία Άσπρα (ασημένια νομίσματα) 360
Σιτάρι Ποσότητα Κοιλά (βάρος) 200
Σιτάρι Χρηματική αξία Άσπρα 2,400
Κριθάρι Ποσότητα Κοιλά 200
Κριθάρι Χρηματική αξία Άσπρα 1,200
Βίκος Ποσότητα Κοιλά 10
Βίκος Χρηματική αξία Άσπρα 60
Κουκιά Ποσότητα Κοιλά 8.5
Κουκιά Χρηματική αξία Άσπρα 85
Λινάρι Ποσότητα Δεμέτια 5
Λινάρι Χρηματική αξία Άσπρα 10
Πρόστιμο χοίρων Χρηματική αξία Άσπρα 30
Βαμβάκι Ποσότητα Καντάρια 1
Βαμβάκι Χρηματική αξία Άσπρα 300
Ελιές Ποσότητα Κοιλά 2
Ελιές Χρηματική αξία Άσπρα 22
Φόρος κήπων Χρηματική αξία Άσπρα 50
Τέλος αδέσποτων ζώων Χρηματική αξία Άσπρα 5
Δημόσιοι φόροι Χρηματική αξία Άσπρα 15
Τέλη και πρόστιμα Χρηματική αξία Άσπρα 30
Σύνολο Χρηματική αξία Άσπρα 4,567

Άλλες κατηγορίες φορολογουμένων περιλάμβαναν χήρες, εργένηδες, ηλικιωμένους και άτομα με διαφόρων μορφών αναπηρίες. Λόγω της ετερογενούς φύσης των δεδομένων είναι εξαιρετικά δύσκολο να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς της δημογραφίας, παρά τα παλαιότερα εγχειρήματα υπολογισμού ενός πολλαπλασιαστή που θα μπορούσε να καταδείξει τον συνολικό πληθυσμό (Ataman, 1992). Με παρόμοιους τρόπους, οι καταγεγραμμένοι οικισμοί είναι μόνο όσοι είχαν φορολογικές υποχρεώσεις προς το κράτος. Άλλες κατηγορίες γαιών δεν καταγράφονται, αφήνοντας κάποια κενά. Επίσης, δεν καταγράφονται αφορολόγητα προϊόντα, αφήνοντας εκτός ένα κομμάτι της παραγωγής. Για παράδειγμα, το ζαχαροκάλαμο που καλλιεργούνταν ακόμα στην Κύπρο κατά τον 16ο αιώνα ήταν κρατικό μονοπώλιο και άρα δεν φορολογούνταν.

Η ιστορική κοινότητα έχει παρουσιάσει διάφορα επιχειρήματα για τους διάφορους τρόπους με τους οποίους οι πηγές αυτές μπορούν να αξιοποιηθούν. Ο θετικισμός των πρώιμων προσεγγίσεων της δεκαετίας του 1930 μετεξελίχθηκε σε σκεπτικισμό κατά τις επόμενες δεκαετίες. (Lafi, 2018: 104). Η παρούσα συναίνεση είναι ότι, παρά τους περιορισμούς τους, τα φορολογικά κατάστιχα μπορούν να αποτελέσουν ένα θεμέλιο για την κατανόηση της αγροτικής οικονομίας (Singer, 1994: 17–19). Η πρόκληση έγκειται στο πώς να βελτιστοποιηθεί η αξιοποίησή τους.

Οι μέθοδοι των Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Επιστημών (Digital humanities) προσφέρουν αρκετά πλεονεκτήματα προς την επίτευξη αυτού του σκοπού. Η παραδοσιακή στατιστική ανάλυση δεν αρκεί για να για δείξει επαρκώς την χωρική διάσταση των οικονομικών δεδομένων. Τα Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών (ΣΓΠ) έχουν τη δυνατότητα να αποκαλύψουν τάσεις και μοτίβα τα οποία θα ήταν αδύνατο να εντοπιστούν διαφορετικά. Σε ένα άλλο επίπεδο, οι παραδοσιακές έντυπες εκδόσεις οι οποίες περιλαμβάνουν μεγάλους όγκους δεδομένων σε πινακοποιημένη μορφή είναι τόσο ακριβή όσο και μη πρακτική. Η διάθεση των δεδομένων σε ψηφιακή αντί σε έντυπη μορφή επιτρέπει τον έλεγχο των δεδομένων και την περαιτέρω ανάλυση από ερευνητές και ερευνήτριες πολύ ευκολότερη από την χειροκίνητη αντιγραφή τους (Hadjikyriacou and Kolovos, 2015: 420).

Ποια είναι η οργάνωση των δεδομένων στο κατάστιχο της φορολογικής απογραφής της Κύπρου; Οι απογραφείς ομαδοποίησαν τις πόλεις, ενορίες και χωριά ανά υπο-περιφέρεια (ναχιγιές). Αφού παραθέτουν τα ονόματα των φορολογούμενων επικεφαλής νοικοκυριών και άτομα άλλων φορολογούμενων κατηγοριών (χήρες, εργένηδες κτλ) και τον υπολογισμό του χρηματικού φόρου της σπέντζας (ispence), η απογραφή καταγράφει την δεκάτη (ösr) για τα αγροτικά προϊόντα σε όγκο και χρηματική αξία, ακολουθούμενα από άλλους φόρους για παραγωγικές δραστηριότητες (π.χ. κήποι, περιβόλια, μποστάνια, μύλοι, ταβέρνες, βυρσοδεψεία, βαφεία). Τέλος, καταγράφονται άλλα τέλη, δασμοί και πρόστιμα για τα οποία είναι υπεύθυνος ένας οικισμός. Καταγράφονται συνολικά πενήντα μία κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών. Τέλος, η κάθε εγγραφή οικισμού ολοκληρώνεται με το σύνολο των προσόδων του.

Ο Πίνακας 1 δείχνει ένα παράδειγμα τέτοιας εγγραφής από το χωριό Επιχό, το πρώτο που εμφανίζεται στην ύπαιθρο της υπο-περιφέρειας της Λευκωσίας.

Με αυτές τις γενικές παρατηρήσεις, τι μπορεί να μας μεταφέρει η απογραφή του 1572 σε σχέση με την οικονομία και την κοινωνία της Κύπρου; Καταγράφονται συνολικά 1.158 φορολογήσιμα χωριά και άλλοι οικισμοί. Από αυτούς, 969 περιέχουν λεπτομερή στοιχεία για την ποσότητα και αξία των αγροτικών προϊόντων. Η δεκάτη υπολογίζεται στο 20% της παραγωγής. Έτσι, ο πολλαπλασιασμός επί πέντε μας δίνει το συνολικό ποσό του εκτιμώμενου φόρου. Οι υπόλοιπες 189 εγγραφές αφορούν μοναστήρια, μαχαλλάδες πόλεων, ή άλλες μορφές γαιών ή φορολογικών μονάδων οι οποίες φορολογούνταν κατ’ αποκοπή με ένα χρηματικό ποσό. Επειδή δεν υπάρχουν δεδομένα για την αγροτική παραγωγή των οικισμών αυτών, εξαιρούνται από την παρούσα ανάλυση.

Η οθωμανική περιουσιολογική απογραφή του 1832/33

Τόμος με κωδικό 16155. Η επιγραφή ανάφερει: Cild-i Rabi Emlak ve arazi-i Baf ve Kukla ve Hırsofi ve Lefke der-cezire-i Kıbrıs der-sene-i 1248

Η επόμενη διαθέσιμη πηγή με παρόμοιο βάθος, λεπτομέρεια και εύρος πληροφορίας έρχεται δυόμιση αιώνες μετά (Οθωμανικό Αρχείο, Ισταμπούλ, ML.VRD.TMT.d.16152-5). Πήρε τη μορφή μιας ad hoc περιουσιολογικής απογραφής, η οποία έχει λανθασμένα καταλογογραφηθεί στο Οθωμανικό Αρχείο ως κομμάτι των καταστίχων temettüat, μια νέα μέθοδος φορολογικής απογραφής που αποσκοπούσε στον εκσυγχρονισμό των οθωμανικών δημοσίων οικονομικών. Η πρόσφατη έρευνα έχει καταδείξει ότι αυτό δεν ισχύει, και ότι η συγκεκριμένη απογραφή αφορά αποκλειστικά την καταγραφή της έκτασης, της αξίας και του αριθμού των γαιών, ιδιοκτησιών και ζώων του νησιού (Aymes, 2009).

Η περιουσιολογική απογραφή διενεργήθηκε σε συνέχεια της σημαντικής πτώσης του πληθυσμού των μη μουσουλμάνων του νησιού που διαπιστώθηκε ένα χρόνο πριν. Η σχετική με τον επικεφαλής της απογραφής αξιωματούχο επιστολογραφία φανερώνει ο πληθυσμός των μουσουλμάνων αυξήθηκε εις βάρος των μη μουσουλμάνων, ανατρέποντας τη συνήθη αναλογία 2 : 1 (BN, ST1042: 20r). Η πτώση του αριθμού των χριστιανών φορολογούμενων, ο οποίος θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι ο ίδιος με τον συνολικό πληθυσμό των χριστιανών, οφειλόταν στους πιο κάτω λόγους: (α) μετανάστευση στις κοντινές ηπειρωτικές επαρχίες της Ανατολίας και της Συροπαλαιστίνης· (β) εξισλαμισμοί προς αποφυγή του χαρατσιού· (γ) η διαγραφή φτωχοποιημένων μη μουσουλμάνων από τα φορολογικά κατάστιχα και η μετατροπή τους σε «δούλους» σε τσιφλίκια και μοναστήρια όπου ως άποροι δεν φορολογούνταν· (δ) η άμεση και έμμεση εργοδότηση χριστιανών σε ευρωπαϊκά προξενεία, όπου ως «προστατευόμενοι» ευρωπαϊκών κρατών δεν πλήρωναν κάποιους φόρους.

Με άλλα λόγια, πέρα από την μετανάστευση, η μείωση του αριθμού των φορολογουμένων μη μουσουλμάνων δεν συνεπαγόταν απαραίτητα πραγματική πτώση του πληθυσμού. Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, η μετανάστευση των Κυπρίων σε γειτονικές περιοχές ήταν ένα περιοδικό φαινόμενο κατά την περίοδο οικονομικών κρίσεων, κάτι το οποίο επιτεινόταν από περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως οι ανομβρίες, οι ακρίδες, κτλ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αντίδραση του οθωμανικού κράτους σε αυτές τις περιπτώσεις. Στέλνοντας διαταγές στους κατά τόπους αξιωματούχους του, έδινε εντολές όπως εντοπιστούν οι αποδημήσαντες Κύπριοι και όπως προτραπούν να επιστρέψουν με την υπόσχεση μείωσης των φόρων τους. Η ενέργεια αυτή είχε λιγότερο να κάνει με την απώλεια φορολογικών εσόδων και περισσότερο με το γεγονός ότι η οικονομία της Κύπρου ήταν βασισμένη σε εντατικής εργασίας καλλιέργειες: σιτηρά, βαμβάκι, μετάξι και κρασί. Η απώλεια εργατικών χεριών είχε αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία. Το φαινόμενο αυτό συνέβαινε αρκετά συχνά και είχε περιοδικό χαρακτήρα, κάτι που σημαίνει ότι όσοι είχαν φύγει από το νησί για τις κοντινές ηπειρωτικές ακτές επέστρεφαν για να επωφεληθούν από τις βραχυπρόθεσμες φορολογικές ελαφρύνσεις έφευγαν και πάλι κάποια χρόνια μετά λόγω των δυσχερών οικονομικών συνθηκών (Hadjikyriacou, 2011: 141-147).

Η ανά την αυτοκρατορία απογραφή αρρένων του 1831 κατέδειξε την πτώση του φορολογήσιμου πληθυσμού, την ανατροπή της πληθυσμιακής αναλογίας μεταξύ μη μουσουλμάνων και μουσουλμάνων, αλλά και την επιδείνωση των οικονομικο-κοινωνικών συνθηκών (Θεοχαρίδης και Αντρέεφ, 1996). Στην περίπτωση αυτή, το οθωμανικό κράτος έλαβε το επιπλέον μέτρο της διενέργειας μια περιουσιολογικής απογραφής για την αποτύπωση της κατάστασης της οικονομίας και της κοινωνίας. Η παραγωγή γνώσης ήταν ένα καινοτόμο μέτρο με σκοπό την αντιμετώπιση των προκλήσεων της αυτοκρατορικής διοίκησης στο νησί.

Φέροντας τον τίτλο Κατάστιχο γαιών και περιουσιών στο νησί της Κύπρου [Defter-i emlak ve arazı … der cezire-i Kıbrıs], η απογραφή αποτελείται από τέσσερις τόμους 1.386 σελίδων. Υπάρχουν 792 γεωγραφικά αντικείμενα (καζάδες, ναχιγιέδες, πόλεις, χωριά, μαχαλάδες, τεκέδες, μοναστήρια κτλ.). Οι οικισμοί είναι κατενεμημένοι ανά καζά (περιφέρεια) και ναχιγιέ (υποπεριφέρεια), και κατόπιν ανά πόλη (kasaba), κεφαλοχώρι/κωμόπολη/διοικητικό κέντρο (nefs) και χωριό (kariye). Οι πόλεις και τα μεγάλα χωριά ήταν επίσης χωρισμένα στους μαχαλάδες τους. Μοναστήρια, τεκέδες, τσιφλίκια ή άλλοι μικρότεροι οικισμοί καταγράφονταν στο τέλος της μικρότερης κατηγορίας οικοσμού (π.χ. χωριά ή μαχαλάδες).

Υπάρχει ένα σημαντικό κενό στην απογραφή. Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Λευκωσίας δεν αναφέρονται στην εγγραφή που αφορά την πόλη, η οποία περιλαμβάνει πληροφορίες μόνο για τους μη μουσουλμάνους κατοίκους. Μόνο κάποιοι από τους μουσουλμάνους κατοίκους της Λευκωσίας οι οποίοι κατέχουν περιουσία σε άλλο οικισμό αναφέρονται εκεί. Η πιθανότητα να λείπουν κάποιες σελίδες από το κατάστιχο αποκλείεται λόγω του ότι μετά το εισαγωγικό κείμενο στην πρώτη σελίδα του κάθε καταστίχου, ακολουθούν οι εγγραφές των μη μουσλμάνων κατοίκων της Λευκωσίας, αντίθετα με το ό,τι συμβαίνει στα άλλα κατάστιχα που ξεκινούν με τις υπόλοιπες πόλεις των οποίων οι πρώτες εγγραφές αφορούν τους μουσουλμάνους (ως η κυρίαρχη θρησκεία). Είναι επίσης απίθανο να υπάρχει κάποιο λανθάνον ξεχωριστό κατάστιχο για τους μουσουλμάνους της Λευκωσίας γιατί αυτό θα ήταν πολύ μικρότερο από τα υπόλοιπα. Η πιο πιθανή εξήγηση θα έχει να κάνει με το ζήτημα της περιουσίας εντός της πόλης, δεδομένου ότι αυτός είναι και ο σκοπός της απογραφής. Παρόλα αυτά, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Λευκωσίας που κατέχουν περιουσία εκτός της πόλης αναφέρονται ρητά ως τέτοιοι. Τέτοια είναι η περίπτωση του Μουσταφά γιου του Μουσταφά, κατοίκου Λευκωσίας, ο οποίες κατείχε περιουσία στο χωριό του Καϊμακλίου (Οθωμ.: Mesokelepsi nam-i diğer Ka’imaklı) (OA, ML.VRD.TMT.d.16152: 16).

Η βασική μονάδα της απογραφής είναι το νοικοκυριό (hane). Διαφορετικά είδη οθωμανικών καταστίχων αναφέρουν την ίδια μονάδα, η οποία όμως διαφέρει ανάλογα με το είδος της απογραφής, κάτι που σημαίνει ότι η μονάδα του νοικοκυριού μπορεί να είναι διαφορετική κάθε φορά. Για παράδειγμα, όπως είδαμε πιο πάνω, το νοικοκυριό μιας φορολογικής απογραφής tahrir δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την πυρηνική οικογένεια. Το πρώτο είναι μια φορολογική-παραγωγική μονάδα και το δεύτερο δημογραφική. Κατοπινές χρήσεις του όρου hane για χρηματικούς φόρους όπως avariz και cizye (και όχι σε είδος, όπως στην περίπτωση των απογραφών tahrir) έχουν επίσης μια διαφορετική δημοσιονομική λογική και άρα επίσης δεν πρέπει να ταυτιστούν με την πυρηνική οικογένεια. Με τον ίδιο τρόπο, θα πρέπει να θεωρήσουμε το νοικοκυριό στην Απογραφή γαιών και περιουσιών ως συλλογική μονάδα κατόχων περιουσίας, αφού μόνο κάτοχοι περιουσίας συμπεριλαμβάνονται σε αυτό (με μοναδική εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου κάποιο άτομο χωρίς περιουσία αναφέρεται για να προσδιορίσει κάποιο άλλο, π.χ. γιος του…, κόρη του… Καταγράφονται συνολικά 20.048 νοικοκυριά, 24.944 εγγραφές ατόμων και περίπου 25.235 άτομα (κάποιες εγγραφές ατόμων αφορούν περισσότερα από ένα άτομα ή αφορούν άτομα που δεν κατέχουν περιουσία και προσδιορίζουν κάποιο άλλο άτομο).

Πίνακας 2. Η εγγραφή σχετικά με την περιουσία του νοικοκυριού του Ιμάμη της Λάρνακας Μεχμέτ Εφέντη, κατοίκου στον κεντρικό μαχαλά της Λάρνακας γνωστός και ως Σωτήρα (OA, ML.VRD.TMT.d.16153: 4).
Από κοινού περιουσίες μεταξύ του ιμάμη της Λάρνακας Μεχμέτ Εφέντη γιου του Αλί και του αδελφού του.
Σπίτι
Δωμάτια Αξία
1 400 γρόσια
Ερειπωμένο σπίτι
Δωμάτια Αξία
2 400 γρόσια
Αγροτεμάχιο δημητριακών
Εμβαδόν Αξία
250 dönüm 1,275 γρόσια
Αγροτεμάχιο βαμβακιού
Εμβαδόν Αξία
3 dönüm 90 γρόσια
Από κοινού περιουσίες μεταξύ του Ιμάμη, της μητριάς και της αδελφής του
Στο χωριό Πυργά (Οθωμ.: Pirka)
Ελιές
Ποσότητα Αξία
32 320 γρόσια
Στο χωριό Αγγλισίδες (Οθ.: Anglisya)
Ελιές
Ποσότητα Αξία
9 90 γρόσια
Στο χωριό Αναφωτίδα (Οθ.: Anafodiya)
Ελιές
Ποσότητα Αξία
9 90 γρόσια
Στο χωριό Μενόγεια (Οθ.: Menoya)
Ελιές
Ποσότητα Αξία
13 130 γρόσια
Στο χωριό Κοφίνου (Οθ.: Köfinye)
Ελιές
Ποσότητα Αξία
15 150 γρόσια
[Περιουσία] της συζύγου του προαναφερθέντος Ιμάμη
Σπίτι
Δωμάτια Αξία
5 1,500 γρόσια
Περιουσίες στην αποκλειστική κατοχή του προαναφερθέντος Ιμάμη
Καφενείο
Ποσότητα Αξία
1 1,350 γρόσια
Κουρείο
Ποσότητα Αξία
1 250 γρόσια
Σύνολο: 7,725 γρόσια

Ποια μορφή παίρνουν οι εγγραφές; Μετά την επικεφαλίδα που αναφέρει τον καζά ή τον ναχιγιέ και το όνομα του οικισμού, ακολουθούν οι εγγραφές των νοικοκυριών και των κατόχων περιουσίας. Κάθε εγγραφή νοικοκυριού ξεκινά με το όνομα του επικεφαλής, μετά αναφέρονται οι από κοινού ή αποκλειστικές κτήσεις του κάθε κατόχου περιουσίας. Ο Πίνακας 2 δείχνει την πρώτη εγγραφή στον κεντρικό μαχαλά της Λάρνακας, γνωστό και ως Σωτήρα (Οθ.: Sodira). Αφορά το νοικοκυριό του Ιμάμη της Λάρνακας (Οθ.: Tuzla) Μεχμέτ Εφέντη γιου του Αλί. Όπου αναφέρεται η τοποθεσία της περιουσίας σημαίνει ότι η περιουσία αυτή είναι εκτός του τόπου κατοικίας του κατόχου της.

Για τους σκοπούς της ψηφιακής επεξεργασίας των δεδομένων στα πλαίσια της βάσης του προγράμματος, κωδικοποιήσαμε τις εγγραφές περιουσιών σε τρεις βασικές κατηγορίες: υπερκείμενα αντικείμενα (κτήρια, δέντρα), χρήση γης (ανά είδος καλλιέργειας) και ζώα.Τα δεδομένα της απογραφής 1832/33 ήταν αρκετά διαφορετικά από αυτά της απογραφής του 1572, αφού η τελευταία καταγράφει το όγκο και την αξία της φορολογήσιμης παραγωγής και όχι τις περιουσίες.

Η ίδια η οργάνωση των δεδομένων ήταν πολύ πιο σύνθετη από την απογραφή του 1572. Με άλλα λόγια, η χρήση ενός λογισμικού υπολογιστικού φύλλου και η εισαγωγή δεδομένων σε πινακοποιημένη μορφή δεν ήταν πλέον αρκετή. Χρησιμοποιώντας το CIDOC CRM (https://www.cidoc-crm.org) ως εννοιολογικό οδηγό αναπτύξαμε ένα αντικειμενοστρεφές διαδικτυακό Σύστημα Οργάνωσης Περιεχομένου αξιοποιώντας το διαδικτυακό περιβάλλον Django και την γλώσσα προγραμματισμού Python. Συνολικά, δημιουργήθηκαν 1.053 ταξονομικές κατηγορίες και 233.514 εγγραφές. Η ομάδα των ερευνητικών βοηθών (Zeynep Akçakaya, Yener Koç, Δημήτρης Γιαγτζόγλου, Sefer Soydar, και Nesli Ruken Han) μετέγραψαν και εισήγαγαν τα δεδομένα με πάνω από 200.000 ενέργειες χρήστη.

Η βρετανική τριγωνομετρική χαρτογράφηση από τον Κίτσενερ του 1883

Ο χάρτης τίτλου του Κίτσενερ

Η άφιξη των Βρετανών στην Κύπρο το 1878 έφερε μαζί της την εντατικοποίηση διαφόρων διεργασιών εκσυγχρονισμού στο νησί. Τέτοια ήταν τα φαινόμενα σύγχρονης παραγωγής γνώσης και κυβερνησιμότητας (governmentality). Παρά τα καινοτόμα στοιχεία τους, δεν ήταν πλήρως καινοφανή. Σχεδόν μισό αιώνα προηγουμένως οι Οθωμανοί επιχείρησαν την πρώτη πληθυσμιακή απογραφή αρρένων την οποία ακολούθησε η περιουσιολογική απογραφή του 1832/33 που αποτέλεσε σημείο καμπής για τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων οικονομικών.

Μία από τις πλέον εμβληματικές καινοτομίες των Βρετανών ήταν στον τομέα της χαρτογραφίας. Ο πρώτος Κυβερνήτης της Κύπρου Σερ Γκάρνετ Γουέλσλεϊ (Sir Garnet Wolseley) ζήτησε τον σχεδιασμό ενός χάρτη της Κύπρου για τους σκοπούς της καλύτερης διοίκησης του νησιού σε κλίμακα 1 ίντσα προς 1 μίλι (1 : 63,360). Για τους σκοπούς αυτούς, κατέφθασε στην Κύπρο το 1878 ο υπολογαγός Χοράτιο Κίτσενερ (Horatio Kitchener) μαζί με την ομάδα του και τεχνικό εξοπλισμό. Μέχρι τον Ιούνιο του 1881 το 70% της κάλυψης γης είχα χαρτογραφηθεί (2,600 τετραγωνικά μίλια), ενώ είχαν σχεδιαστεί τρεις χάρτες των πόλεων της Λευκωσία, της Λεμεσού και την Αμμοχώστου σε κλίμακα (1 : 2,500). Μέχρι το 1881, το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας πεδίου είχε ολοκληρωθεί και το επόμενο βήμα περιλάμβανε γραφειακή εργασία και καταγραφή των μετρήσεων στο χάρτη. Προς το τέλος του 1882 ξεκίνησε η συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Στάνφορντ (Stanford) του Λονδίνου και τον Φεβρουάριο του 1883 ο Κίτσενερ είχε ολοκληρώσει τον σχεδιασμό και την μεταγραφή των μετρήσεων, του υψομέτρου και των λεπτομερειών σε όλα από τα συνολικά δεκαπέντε φύλλα του χάρτη πλην ενός (Kitchener, 1883). Το τριγωνομετρικό δίκτυο του Κίτσενερ χρησιμοποιήθηκε σε κατοπινές χαρτογραφήσεις της Κύπρου και αποτέλεσε τη βάση του γεωδαιτικού δικτύου που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα.

The one-inch-to-the-mile-scale map consists of fifteen sheets plus the title sheet. In August 1879 Blackwood’s Magazine published an article entitled ‘Notes from Cyprus’, in which the island is seen through the eyes of the ‘occupying forces’ (Notes on Cyprus, 1879). The information mentioned in this article was essentially what the work teams, under the guidance of Kitchener, were attempting to encapsulate in the map. The article notes the variance of landscape and climate on the island and stresses that changes in the landscape are many and extreme. It highlights how a clearing scorched by the sun easily turns into a pleasant cool shade of a tropical garden with running waters and olive, orange, fig and palm trees. It describes the dense pine forests and how riverside ferns are common land cover, noting further how the morphology of the terrain is characterised by steep slopes with many water sources that form a dense hydrographic network. According to the article, the northern part of the island is isolated by high mountains enclosing it, but the narrow strip of land between the mountains and the north coast is extremely fertile land, covered by carob and olive trees. Situated in strategic positions atop the mountains one finds the castles of St Hilarion, Buffavento and Kantara. There are streams running through alluvial or rocky terrain, while the water table is found at only 18-20 feet. The article goes on to explain that the installation of some water mills would help irrigate large areas, instead of relying solely on rainfall. It earmarks the fertile plains, especially in the Paphos region, to point out that carry enough water for fruit farming. The article further observes that the agricultural resources of the island are rich, asserting that that if appropriate practices were implemented the plains would be suitable for many crops, such as cereals and tobacco while vineyards are explicitly mentioned for their high productivity. It also points that that the old wineries in the Akamas region indicate the suitability for vine cultivation, an area used for pasture at the time.

The article discusses what it sees as the island’s shortcomings. One is the improvement of the road network and another is land productivity. It mentions the limited rainfall in 1879 (only 5 inches) and the resulting low yield to argue that even small- scale irrigation works would improve production.

As far as ethnographic characteristics are concerned, the article describes the two main ethnic groups living on the island, Greeks and Turks belonging to the two main religions of the island, Christianity and Islam. Also discussed is the ‘administrative organisation’ of the two communities, which it describes as run by the local Greek grandee landowners, who mainly choose to reside in the cities, and the Turkish rulers, who remain in the countryside. Finally, reference is made to the large, imprecisely recorded monastic property holdings of the Greek Orthodox Church and the substantial property owned by the mosques. The spatial distribution of all the above-mentioned elements of the physical and anthropogenic environment of Cyprus for this period is described in the so-called “Kitchener’s map of Cyprus”.

Το περιεχόμενο του χάρτη

Τα χαρτογραφικά επίπεδα του χάρτη του Κίτσενερ μπορούν να ομαδοποιηθούν σε πέντε θεματικές κατηγορίες οι οποίες έχουν και τις δικές τους υποκατηγοριοποιήσεις.

Η πρώτη κατηγορία αφορά τα στοιχεία σε σχέση με τους οικισμούς και τα τοπωνύμια. Εκεί όπου υπάρχουν, καταγράφονται οι ελληνικές και τουρκικές ονομασίες των πόλεων στο λατινικό αλφάβητο. Το μέγεθος της γραμματοσειράς μεταβάλλεται ανάλογα με τον πληθυσμό του οικισμού.

Εκτός από τις πληροφορίες για το μέγεθος του οικισμού, ο χάρτης παρέχει πληροφορίες για το θρήσκευμα σημειώνοντας ένα σταυρό ή μία ημισέληνο δίπλα από το όνομα του οικισμού. Όταν το σύμβολο εμφανίζεται στα αριστερά του οικισμού σημαίνει ότι η επικρατούσα θρησκεία ήταν χριστιανική ή μουσουλμανική αντίστοιχα. Στους οικισμούς όπου δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη διαφορά μεταξύ των δύο θρησκευμάτων, δεν εμφανίζεται κάποιο σύμβολο. Δεν γνωρίζουμε αν ο Κίτσενερ ακολουθούσε κάποια συγκεκριμένη αναλογία πληθυσμού για να καθορίσει το αν θα μπει σύμβολο ή όχι. Ο καθοριστικός παράγοντας θα πρέπει να ήταν μια σημαντικά μεγαλύτερη πλειοψηφία πληθυσμού και θα ήταν λογικό να υποθέσουμε πέριξ των 3/4. Τα υπόλοιπα τοπωνύμια έχουν τη δική τους οργάνωση για βουνά, διοικητικές περιοχές, τοποθεσίες, ακρωτήρια, νησίδες κτλ. Ο τρόπος καταγραφής τους αναφέρεται κυρίως στην κατηγορία και όχι στη σημασία του τοπωνυμίου.

Η δεύτερη κατηγορία πληροφορίας του χάρτη αφορά τα δίκτυα και τα όρια. Περιλαμβάνει τόσο τους υπάρχοντες όσο και τους υπό κατασκευή δρόμους, οι οποίοι κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με την περίοδο κατασκευής τους. Ο βρετανικοί δρόμοι φέρουν διαφορετικό σύμβολο σε σχέση με τους προϋπάρχοντες. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός δρόμος μου σηματοδοτούνται ως «υπό κατασκευή», κάτι που υποδηλώνει ότι ο Κίτσενερ συμπεριέλαβε δρόμους οι εργασίες για την κατασκευή των οποίων δεν είχαν ακόμα ξεκινήσει και βρίσκονταν στο στάδιο του σχεδιασμού. Σύμφωνα με το υποτυπώδες υπόμνημα του χάρτη, υπάρχουν τέσσερα είδη δρόμων: τρία αφορούν το αγροτικό οδικό δίκτυο και ένα το αστικό, δηλαδή τους δρόμους μέσα σε κατοικημένες περιοχές. Μια άλλη υποκατηγορία δικτύων είναι το υδρογραφικό δίκτυο. Καταγράφονται ποταμοί και οι όχθες τους ή οι κοίτες τους, τα παρακλάδια των εφήμερων χειμάρρων, υδραγωγεία και αρδευτικά κανάλια. Τέλος, καταγράφονται η ακτογραμμή, το τηλεγραφικό δίκτυο και τα διοικητικά όρια των επαρχιών.

Η τρίτη μεγάλη κατηγορία γεωγραφικών πληροφοριών αφορά τα σημεία γενικότερου ενδιαφέροντος. Αυτά αφορούν τον πολιτισμό γενικότερα (μοναστήρια, εκκλησίες, κοιμητήρια, αρχαία ή σύγχρονα ερείπια κτλ.), την οικονομία (μύλοι, μάντρες, λατομεία, πηγάδια κτλ.) και σημεία που αφορούν την διακυβέρνηση όπως διοικητικά κτήρια και στρατιωτικές υποδομές.

Η τέταρτη μεγάλη κατηγορία χαρτογραφικών πληροφοριών αφορά την κάλυψη γης. Το υπόμνημα που βρίσκεται στο φύλλο δεκαπέντε του χάρτη δεν παρέχει κάποια επεξήγηση για τα σύμβολα που χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη γης εκτός από το σύμβολο για τα αμπέλια, κάτι το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία. Για την πλήρη κατανόηση του χάρτη και για να ελαχιστοποιηθούν οι υποθέσεις και παραδοχές, χρησιμοποιήσαμε τα σύμβολα ενός άλλου χάρτη που σχεδίασε ο Κίτσενερ κάποια χρόνια πριν για τη Δυτική Παλαιστίνη εντοπίζοντας έξι γενικά και δεκαοκτώ ειδικά είδη κάλυψης γης στον χάρτη της Κύπρου.

Τέλος, μια πέμπτη κατηγορία αφορά την μορφολογία και το ανάγλυφο. Το υψόμετρο καταγράφεται σε κάθε σημείο γεωγραφικών συντεταγμένων τα οποία, σε συνάρτηση με την σκίαση των λόφων του αναγλύφου, δίνουν μια αίσθηση του εδάφους του νησιού.

Πίνακας 3. Θεματικά επίπεδα στον χάρτη του Κίτσενερ.
Όνομα χαρτογραφικού επιπέδου Τύπος γεωμετρίας
Υδρογραφικό δίκτυο Γραμμή
Οδικό δίκτυο Γραμμή
Κάλυψη γης Πολύγωνο
Σημεία ενδιαφέροντος Σημείο
Τοπωνύμια Σημείο
Οικισμοί Σημείο
Υψόμετρα Σημείο
Γραμμικά τοπωνύμια Γραμμή
Αποστάσεις σε χμ. Σημείο
Τηλεγραφικό δίκτυο Γραμμή
Αγροτικές οντότητες Πολύγωνο
Περιοχές Πολύγωνο
Ακτογραμμή Γραμμή

Παρά τον πρωτοποριακό χαρακτήρα του χάρτη του Κίτσενερ, παραμένουν κάποια ζητήματα σε σχέση με το τι καταγράφεται και το τι δεν καταγράφεται (για μια κριτική βλ. Zesimou, 1998). These were the result not only of technical difficulties or challenges in the field (Shirley, 2001: 21; Chalkias et al. 2017: 53), αλλά και μερικές συνειδητές ή μη επιλογές. Για παράδειγμα, καταγράφονται μόνο επτά τζαμιά και τρεις τεκκέδες, ενώ η σύγχρονη έρευνα ανεβάζει τους μουσουλμανικούς τόπους λατρείας της οθωμανικής περιόδου σε 258 (Bağişkan 2009). Οι δέκα μουσουλμανικοί τόποι λατρείας που καταγράφει ο Κίτσενερ έρχονται σε προφανή αντίθεση με τους χριστιανικούς, που ανέρχονται σε 808. Το κατά πόσο η παράλειψη αυτή είναι συνειδητή ή όχι παραμένει άγνωστο δεδομένου ότι λανθάνουν οι σημειώσεις από την έρευνα πεδίου. Υπάρχει επίσης η πιθανότητα αυτό να ήταν μια επιλογή που έγινε από τους χαρτογράφους στον εκδοτικό οίκο Στάνφορντ στο Λονδίνο. Σε κάθε περίπτωση, το μόνο σίγουρο είναι ότι απουσιάζουν πολλές πληροφορίες σε σχέση με τους μουσουλμανικούς τόπους λατρείας.

Η βρετανική αγροτική απογραφή του 1931

Η άφιξη των Βρετανών το 1878 έφερε και την χρήση σύγχρονων στατιστικών μεθόδων καταγραφής του πληθυσμού. Κατά την εβδομηνταδυάχρονή τους παρουσία ο Βρετανοί έκαναν οκτώ απογραφές, οι περισσότερες των οποίων ήταν ανά δεκαετία εκτός από την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του 1955-59: 1881, 1891, 1901, 1911, 1921, 1931, 1946 και 1960. Από αυτές, μόνο εκείνη του 1931 περιλαμβάνει δεδομένα για την αγροτική οικονομία. Παρά το ότι η λογική της είναι αρκετά διαφορετική από την περιουσιολογική απογραφή του 1832/33, με την έννοια ότι η καταγραφείσα κάλυψη γης περιορίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: καλλιεργήσιμη γη και κήπους. Μια άλλη σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο απογραφών είναι ότι αυτή του 1931 περιλαμβάνει δεδομένα μόνο για το σύνολο του κάθε οικισμό, χωρίς να δίνει πληροφορίες για τα άτομα που κατέχουν περιουσία.

Οι απογραφείς εξέφρασαν σοβαρές αμφιβολίες για την αξιοπιστία των δεδομένων για τρεις λόγους: (α) ήταν η πρώτη φορά που διεξαγόταν μια αγροτική απογραφή «και οι απαντήσεις των χωρικών ήταν, χωρίς αμφιβολία, επηρεασμένες από τον φόβο ότι η πληροφορίες που τους ζητήθηκαν θα χρησιμοποιούνταν για την αύξηση της φορολογίας» (Hart-Davis, 1932: 26)· (β) παρά τις βρετανικές προσπάθειες να τυποποιηθεί το μέτρο για το εμβαδό (σκάλα/dönüm), είχε διαφοροποιήσεις ανά το νησί (βλ. πιο κάτω)· (γ) οι περιουσίες θρησκευτικών ιδρυμάτων (μοναστήρια, εκκλησίες, βακούφια, κτλ) δεν περιλαμβάνονταν στην απογραφή.

Όπως η απογραφή που έγινε ένα αιώνα πριν, αυτή του 1931 έγινε εν μέσω μιας περιόδου κακής οικονομικής κατάστασης. Η Μεγάλη Ύφεση του 1929 είχε αρνητικό αντίκτυπο στην κυπριακή οικονομία και συγκεκριμένα την εξαγωγική αγροτική παραγωγή. Τις δραματικά μειωμένες τιμές των αγροτικών προϊόντων ακολούθησε η ανομβρία του 1931. Για τους λόγους αυτούς, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η απογραφή του 1931 δεν αντικατροπτρίζει κάποια κανονικότητα, όπως και οι άλλες δύο απογραφές του 1572 και του 1832/33.

Τέλος, θα πρέπει να γίνει αναφορά στη μονάδα μέτρησης εμβαδού, την σκάλα/dönüm. Η μονάδα χρησιμοποιείται και στις τρεις υπό εξέταση απογραφές όμως, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, θα ήταν λάθος να θεωρηθεί μια σταθερή μονάδα. Όπως όλες οι οθωμανικές μονάδες μέτρησης διέφεραν από επαρχία σε επαρχία, ιδιαίτερα πριν τον 19ο αιώνα όταν έγινε μια πρώτη προσπάθεια τυποποίησης και όταν ορίστηκε στα 919,3 τετραγωνικά μέτρα (Inalcik, 1983: 340). Η ντόπια σκάλα, η οποία αργότερα φαίνεται να ταυτίζεται με το dönüm, αντιστοιχούσε σε 2,75 οθωμανικά dönüm, δηλαδή 2,528 τετραγωνικά μέτρα. (Papadopoullos, 1980: xxii). Κατά την άφιξή τους, οι Βρετανοί όρισαν το dönüm στα Upon 10.609 τετραγωνικά πόδια, δηλαδή 985,61 τετραγωγνικά μέτρα (The Cyprus Gazette, 1879: 14). Αυτό άλλαξε στις επόμενες δεκαετίες, και το 1901 η κυπριακή σκάλα, που ταυτιζόταν πια με το dönüm αντιστοιχούσε σε 14.400 τετραγωνικά πόδια, δηλαδή 1.337,8 τετραγωνικά μέτρα (Hutchinson and Fisher, 1905: 474). Μέχρι το 1931είχε επανεκτιμηθεί και πάλι στα 1.137,81 τετραγωνικά μέτρα. Η ρευστότητα αυτής της μονάδας τόσο στον τόπο όσο και στον χρόνο μας αποτρέπει από το γνωρίζουμε ποιο ήταν το μέγεθός της στις παλαιότερες απογραφές. Αυτό σημαίνει ότι οι συγκρίσεις μεταξύ των απογραφών σε ό,τι αφορά το εμβαδό είναι αδύνατες.

Συμπληρωματικές πηγές

Η ταυτοποίηση των γεωγραφικών συντεταγμένων των οικισμών σε μια περίοδο από το 1572 μέχρι το 1931 παρουσιάζει ιδιαίτερες προκλήσεις λόγω του ότι ένας μεγάλος αριθμός οικισμών είχαν εγκαταλειφθεί κατά τον 16ο και 17ο αιώνα.Το κενό μεταξύ του 1572 και του 1832/33 είναι ενδεικτικό: από ένα σύνολο 969 οικισμών που καταγράφονται στην πρώτη απογραφή είχαν απομείνει 589 περίπου δυόμιση αιώνες μετά, μία πτώση τριάντα επτά τις εκατό. Ο εντοπισμός όλων αυτών των εγκαταλελειμμένων οικισμών απαιτούσε εξειδικευμένη επεξεργασία κειμένων και χαρτογραφικών πηγών τόσο των τεσσάρων βασικών πηγών του προγράμματος που αναφέρθηκαν πιο πάνω, όσο και κάποιων συμπληρωματικών πηγών.

Αυτές ήταν:

  1. Ο χάρτης του Λεωνίδα Αττάρ (Leonida Attar) του 1542 (Romanelli and Grivaud, 2006)
  2. Τοπωνυμικά δεδομένα από τέσσερις βενετικές απογραφές (Grivaud 1998)2
  3. Ο χάρτης του Ζακ Μαρί Ζοζέφ Λουί Μα Λατρί (Jacques Marie Joseph Louis de Mas Latrie) του 1862
  4. Η οθωμανική απογραφή αρρένων του 1831 (Osmanlı İdaresinde Kıbrıs, 2000)
  5. Ο κατάλογος οικισμών του Εσαντ Εφέντη του 1832 (BN Supplément turc 1042)
  6. Το τοπωνυμικό λεξικό της Κύπρου (Christodoulou και Konstantinou 1987)

Η ταύτιση των ιστορικών οικισμών που περιγράφονται στις απογραφές παρελθόντων αιώνων είναι μια αρκετά σημαντική και επίπονη διαδικασία. Παρότι η αντιστοίχιση και ανάθεση ενός ζεύγους γεωγραφικών συντεταγμένων με τους κύριους οικισμούς της Κύπρου για τους οποίους η θέση και οι παραλλαγές της ονομασίας τους είναι καλά γνωστή, αποτελεί μια εύκολη και αρκετά γρήγορη διαδικασία, τούτο δεν ισχύει για τους εξαφανισμένους οικισμούς προηγούμενων αιώνων οι οποίοι μάλιστα τη στιγμή που απογράφηκαν αποτελούσαν μια συγκέντρωση λίγων ατόμων σε ένα μικρό τμήμα της Κυπριακής γης. Η ταύτιση τέτοιων εξαφανισμένων μικρών οικιστικών συγκεντρώσεων του παρελθόντος απαιτεί εντατική αναζήτηση σε διαφορετικές πηγές οι οποίες στην πλειοψηφία τους βρίσκονται σε έντυπη-αναλογική μορφή. Για το σκοπό αυτό υιοθετήθηκε μια ημι-αυτόματη διαδικασία αναζήτησης πιθανών ταυτίσεων στην οποία αξιοποιήθηκαν αναλογικά δεδομένα τα οποία ψηφιοποιήθηκαν σε ένα κοινό σύστημα αναφοράς συντεταγμένων. Για παράδειγμα, ο γεωγραφικός κατάλογος των τοπωνυμίων της Κύπρου περιέχει περίπου 61,000 τοπωνύμια χρησιμοποιώντας το Στρατιωτικό Σύστημα Αναφοράς Συντεταγμένων (Military Grid Reference System, MGRS) το οποίο είναι καλά ορισμένο και διευκολύνει τον άμεσο γεωεντοπισμό των τοπωνυμίων. Αυτό όμως δεν ισχύει για το χάρτη του Λεωνίδα Αττάρ ο οποίος δεν διαθέτει κανενός είδους σύστημα συντεταγμένων και σχεδιάστηκε χωρίς να ακολουθεί σύγχρονους κανόνες χαρτογραφίας. Παρότι δεν διαθέτει τον απαραίτητο βαθμό αξιοπιστίας ώστε να συγκριθεί με χάρτες του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και έπειτα, ψηφιοποιώντας την ονοματολογία του σε διανυσματική μορφή και έπειτα από την εφαρμογή τοπικής χωρικής προσαρμογής (rubber sheeting spatial adjustment), καθίσταται εφικτή η ψηφιακή αναζήτηση η οποία προσφέρει πολύτιμες ενδείξεις τόσο για την διασταύρωση ονομασιών από άλλες πηγές όσο και για την αποσαφήνιση τοπωνυμίων με παραπλήσιες ή ομόηχες ονομασίες σε διαφορετικές θέσεις. Το πιο σημαντικό σύνολο δεδομένων ήταν ο χάρτης του Κίτσενερ που αποτέλεσε και τη βάση αναφοράς στην οποία προσαρμόστηκαν τα υπόλοιπα δεδομένα.

Εικόνα 2. Στιγμιότυπο οθόνης της εφαρμογής αναζήτησης μεταξύ διαφόρων τοπωνυμικών πηγών.

Έτσι, αναπτύχθηκε μια ψηφιακή εφαρμογή η οποία επιτρέπει τμηματική ανίχνευση όρου αναζήτησης από το χρήστη με το σύνολο της βάσης των τοπωνυμίων. Η σημαντικότερη δυνατότητα που αναπτύχθηκε είναι η χωρική αναζήτηση τοπωνυμίων σε ορισμένη θέση και ακτίνα από το χρήστη με επιπρόσθετη αναζήτηση εντός του συνόλου αυτού και οπτικοποίηση των αποτελεσμάτων σε αντιπαράθεση με πολλαπλά ιστορικά χαρτογραφικά υπόβαθρα. Με τον τρόπο αυτό οι προσεγγιστικές θέσεις από την επεξεργασία του χάρτη του Αττάρ προσέφεραν πολύτιμες χωρικές ενδείξεις για την αναζήτηση γεωγραφικών χαρακτηριστικών κυρίως στο χάρτη του Κίτσενερ.

Εικόνα 2: Ο χάρτης του Αττάρ του 1542. Leonida Attar, Carta geografica dell'isola di Cipro, Venezia, Museo Correr, Gabinetto di cartografia, inv. Cl. XLIV b n. 0534 © Archivio Fotografico - Fondazione Musei Civici di Venezia.

Ο χάρτης του Αττάρ του 1542 ήταν ίσως η πιο πολύτιμη προ-οθωμανική πηγή που αξιοποιήθηκε (βλ. εικόνα 2), περιλαμβάνοντας 709 οικισμούς. Παρά το ότι η ακρίβεια του χάρτη είναι αρκετά περιορισμένη αφού πρόκειται για ένα προνεωτερικό χάρτη, η ονοματολογία του προσαρμόστηκε τοπικά στον χάρτη του Κίτσενερ (βλ. εικόνα 3).

Εικόνα 3: Η γεωδιόρθωση και προσαρμογή του χάρτη του Αττάρ σε αυτόν του Κίτσενερ. Attar, Carta geografica © Archivio Fotografico - Fondazione Musei Civici di Venezia.

Η προαναφερθείσα εφαρμογή αναζήτησης τοπωνυμίων επέτρεψε τον συσχετισμό με φυσικά χαρακτηριστικά (λόφοι, ρέματα, ποταμοί κτλ.) ή ανθρωπογενείς κατασκευές (γεφύρια, ερείπια) υποβοηθώντας τον εντοπισμό τοπωνυμίων από τις απογραφές (εικόνες 4 και 5).

Εικόνα 4: Λεπτομέρεια από τον χάρτη του Αττάρ του 1542 που δείχνει το χωριό Κρυό Νερό, το οποίο δεν μπορεί να γεωεντοπιστεί διαφορετικά. Attar, Carta geografica © Archivio Fotografico - Fondazione Musei Civici di Venezia.
Εικόνα 5: Ο κατά προσέγγιση γεωεντοπισμός του χωριού Κρυό Νερό σύμφωνα με τον χάρτη του Αττάρ παραβάλλοντάς τον με τον χάρτη του Κίτσενερ σύμφωνα με τις πληροφορίες του χάρτη.

Η βασική παραδοχή για την περίπτωση ήταν ότι τοπωνύμια τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τον άνθρωπο για ένα διάστημα ως ονομασίες οικισμών είναι δύσκολο να χαθούν πλήρως στο χρόνο. Πάντα κάποιο μέρος του τοπωνυμίου παραμένει σε κάποιο παρακείμενο γεωγραφικό χαρακτηριστικό όπως ένας λόφος ή ένας χώρος λατρείας. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα η ονομασία ενός οικισμού προέρχεται από κάποιο παρακείμενο γεωγραφικό χαρακτηριστικό και το αντίστροφο.

Βιβλιογραφία

Αρχειακές πηγές
  1. BN (Bibliothèque nationale de France, Département des manuscrits), Supplément turc (ST) 1042.
  2. OA (Ottoman Archives, Istanbul, Turkey), ML.VRD.TMT.d.16152-16155.
Δευτερογενείς πηγές
  1. Antov, N., 2017. The Ottoman “Wild West”: The Balkan Frontier in the Fifteenth and Sixteenth Centuries. Cambridge, Cambridge University Press.
  2. Arbel, B., 2000. Cypriot villages from the Byzantine to the British period: Observations on a recent book. In Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, 26, pp. 439–456.
  3. Ataman, B. K., 1992. Ottoman Demographic History (14th-17th Centuries): Some Considerations. In Journal of the Economic and Social History of the Orient 35, pp. 187- 198.
  4. Ayar, M. and E. Balta, 2012. Ottoman Larnaca in the age of reforms: a study of the Temettüat Register (1833). In E. Balta, T. Stavrides and I. Theocharides (eds), Histories of Ottoman Larnaca. Istanbul: Isis.
  5. Aymes, M., 2014. A Provincial History of the Ottoman Empire: Cyprus and the Eastern Mediterranean in the Nineteenth Century. London, Routledge.
  6. –––, 2009. The port-city in the fields: investigating an improper urbanity in mid-nineteenth-century Cyprus. In Mediterranean Historical Review 24: 2, pp. 133-149.
  7. Balta, E., ed., 2019. Ottoman Chrysochou (mid-19th Century). Istanbul, Libra.
  8. –––, 2016. Ottoman Paphos. Population, Taxation and Wealth (mid-19th Century). Istanbul, The Isis Press.
  9. Balta, E., M. Oğuz, and A. E. Özkul, 2015. Kouklia in Nineteenth Century Cyprus: On the Ruins of a once Glorious Paphos. Istanbul, The Isis Press.
  10. Balta E. et al., 2011. Temettuat Defteri #16153 (ML.VRD.TMT. # 16153). Transcribed dataset < http://hdl.handle.net/10442/8703> Accessed 25 April 2021.
  11. Cosgel, M. M., 2004. Ottoman Tax Registers (Tahrir Defterleri). In Historical Methods 37: 2, pp. 87-100
  12. Chalkias, C. et al., 2017. Creation of the Cartographic Database and Development of a Web Application Presenting the Geographic Information of Kitchener’s Map of the Island of Cyprus (edition of 1885). Athens, Harokopio University & Sylvia Ioannou Foundation.
  13. Christodoulou, M. and K. Konstantinidis, 1987. A Complete gazetteer of Cyprus. Nicosia, Cyprus Permanent Committee for the Standardization of Geographical Names.
  14. Greene, M., 2000. A Shared World: Christians and Muslims in the Early Modern Mediterranean. Princeton, N.J., Princeton University Press.
  15. Grivaud, G., 1998. Villages désertés à Chypre (Fin XXIIe- XIXe siècle). In Μελέται και Υπομνήματα 3, pp. 1-603.
  16. Hart-Davis, C. H., 1932, Report of the Census of 1931. Taken on April 27-28, 1931. Nicosia, F. S. Passingham.
  17. Hadjikyriacou, A., 2021 (forthcoming). Economic Geographies. In Bernhard Struck, Riccardo Bavaj and Konrad C. Lawson (eds), Doing Spatial History. London: Routledge.
  18. Hadjikyriacou, A. and E. Kolovos, 2015. Rural Economies and Digital Humanities: Prospects and Challenges. In E. Kolovos (ed.), Ottoman Rural Societies and Economies: Halcyon Days in Crete VIII. Rethymno: Crete University Press, pp. 415-421
  19. Hutchinson, J. T. and S. Fisher, (eds.), 1905. The statute laws of Cyprus, 1878-1906: compiled in accordance with the provisions of the Reprint of Statutes Law. London, Waterlow and Sons.
  20. Inalcik, H., 1954. Ottoman Methods of Conquest. In Studia Islamica 2, pp. 103-129.
  21. –––, 1983. Introduction to Ottoman Metrology. In Turcica 15, pp. 311-48.
  22. Karal, E. Z., 1995 (1943), Osmanli İmparatorluğunda İlk Nufüs Sayımı 1831. Ankara, Devlet İstatistik Enstitüsü.
  23. Kıbrıs Tahrir Defterleri: Mufassal, İcmal ve Derdest. Tıpkıbasım, 2013. Ankara, T.C. Çevre ve Şehirlik Bakanlığı, Tapu ve Kadastro Genel Müdürlüğü, Arşiv Dairesi Başkanlığı.
  24. Lafi, N., 2018. Organizing Coexistence in Early Ottoman Aleppo: an Interpretation of the 1518, 1526 and 1536 Tahrîr Defteris and the 1536 Qanunname. In Hidemitsu Kuroki (ed.) Human Mobility and Multiethnic Coexistence in Middle Eastern Urban Societies. Vol. 2, Tokyo, ILCAA, pp. 103-120
  25. Notes on Cyprus. 1879. In Blackwood’ s Edinburgh Magazine, 126: 765, pp. 150-157.
  26. Osmanlı İdaresinde Kıbrıs: Nüfusu-Arazi Dağılımı ve Türk vakıfları, 2000. Ankara, T.C. Başbakanlık Devlet Arşivleri Genel Müdürlüğü. Osmanlı Arşivi Daire Başkanlığı.
  27. Papadopoullos, T., 1980. Προξενικά έγγραφα του ΙΘ αιώνος. Nicosia, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών.
  28. Romanelli, F. C. and G. Grivaud, 2006. Cyprus 1542: The Great Map of the Island by Leonida Attar. Nicosia, The Bank of Cyprus Cultural Foundation.
  29. Shirley, R. W., 2001. Kitchener’s Survey of Cyprus 1878– 1883. The First Full Triangulated Survey and Mapping of the Island. Nicosia, Bank of Cyprus Cultural Foundation.
  30. Singer, A., 1994. Palestinian Peasants and Ottoman Officials: Rural Administration around Sixteenth‐ century Jerusalem. Cambridge: Cambridge University Press.
  31. The Cyprus Gazette, 13 (13 March 1879).
  32. Tabak, F. 2008. The Waning of the Mediterranean, 1550– 1870: A Geohistorical Approach. Baltimore, Johns Hopkins University Press.
  33. Theocharides, I. and S. Andreev, 1996. Τραγωδίας 1821 συνέχεια. Οθωμανική πηγή για την Κύπρο (1822-1832). Nicosia, Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου.
  34. Triantafyllidou-Baladie, Y ., 1988. Τ ο εμπόριο και η οικονομία της Κρήτης : από τις αρχές της Οθωμανικής Κυριαρχίας έως το τέλος του 18ου αιώνα, 1699-1795, trans. M. Gyparakis & A. Karastathi. Iraklion, Δήμος Ηρακλείου-Βικελαία Βιβλιοθήκη.